Δημοτική Κοινότητα Καρδίτσας

 “Η πόλις αύτη έλαβε το όνομα εκ της ολιγότητος του πληθυσμού, κατά τον συνοικισμόν αυτής, και εκ του κέντρου της περιμέτρου αυτής, εκ των διαφόρων της οποίας σημείων προσήρχοντο ορεινοί τε και πεδινοί προς πώλησιν και αγοράν των εν τη χώρα αυτών παραγομένων…"
Δ. Ψιμόπουλος, Λαϊκαί εθιμοτυπίαι, εκδ. εφημ. "Θεσσαλιώτις", Καρδίτσα 1909 


dk-karditsas-01Η σύνταξη ενός οδηγού για την πόλη, μέρος του συνολικότερου εγχειρήματος αποτύπωσης του πολιτισμικού αποθέματος του νομού Καρδίτσας, το οποίο επιχειρείται εδώ, προσέκρουε για χρόνια στην έλλειψη συστηματικής καταγραφής και μελέτης της συγκρότησης, της ιστορικής εξέλιξης και της σύγχρονης φυσιογνωμίας της Καρδίτσας. Το Μουσείο Πόλης του δήμου Καρδίτσας φιλοδοξεί να καλύψει αυτό το κενό.

Οι πρώτες ασφαλείς πληροφορίες για την ύπαρξη της Καρδίτσας ανάγονται στον 15ο αιώνα και προέρχονται από οθωμανικές διοικητικές πηγές. Το "karditsa" θεωρείται παραφθορά του σλαβικού "Gradista", το οποίο σημαίνει "οριοθετημένος, οχυρωμένος τόπος", χωρίς όμως να εντοπίζεται διαχρονικά κάποια φρουριακή κατασκευή στην περιοχή.

Ο οικισμός φέρεται να αντικατέστησε τη γειτονική Μητρόπολη, σημαντική πόλη στα νοτιοδυτικά, η οποία καταστράφηκε κατά την περίοδο των σλαβικών επιδρομών στη Θεσσαλία (6ος – 8ος αι.). Η έλλειψη βυζαντινών πηγών δεν μας επιτρέπει ασφαλή συμπεράσματα σχετικά με την τύχη ή ακόμη και την ίδια την ύπαρξη της Καρδίτσας την εποχή αυτή.

 Η τακτική εποικισμού που εφάρμοσαν οι Οθωμανοί αμέσως μετά την κατάληψη της μισοερημωμένης Θεσσαλίας, στα τέλη του 14ου – αρχές 15ου αιώνα, εξηγεί τη δημιουργία ή την επανασύσταση της Καρδίτσας, η οποία τοποθετείται πιθανότατα στο διάστημα 1423-1445. Το ίδιο συνέβη και με τον Αλμυρό, τη Λάρισα, τον Τύρναβο και άλλες πόλεις στην ανατολική κυρίως Θεσσαλία. Το 1455 η Καρδίτσα εμφανίζεται ως χωριό της επαρχίας Φαναριού με πληθυσμό 160 περίπου κατοίκους. Τα 3/4 ήταν μουσουλμάνοι, ορισμένοι από αυτούς ντόπιοι απελεύθεροι σκλάβοι, οι οποίοι εξισλαμίστηκαν. Ζούσαν σχεδόν αποκλειστικά από τη γεωργία, ενώ παράλληλα διατηρούσαν μικρούς κήπους, αμπέλια και λίγα πρόβατα, γουρούνια και μελίσσια. Ελάχιστοι ασχολούνταν με την επεξεργασία του μαλλιού και κανείς με το εμπόριο. Μέσα σε διάστημα 50 ετών τα συμπτώματα δημογραφικής και οικονομικής ανάκαμψης ήταν εμφανή, τάση γενικότερη, η οποία αποδίδεται μεταξύ άλλων στην Pax Ottomanica. Το 1506 ο πληθυσμός της Καρδίτσας ήταν μεγαλύτερος κατά 34%, με τους χριστιανούς να αποτελούν το 1/3 περίπου του συνόλου. Παρότι δεν εντοπίζεται ακόμη η λειτουργία αγοράς, η αγροτική παραγωγή έχει αυξηθεί σημαντικά και καταγράφονται τρεις νερόμυλοι.

Το άλμα από το χωριό στην πόλη πραγματοποιείται ως το 1570, αναβάθμιση η οποία, σύμφωνα με τον οθωμανικό νόμο, προϋπέθετε τη λειτουργία τζαμιού και αγοράς. Ο πληθυσμός τετραπλασιάστηκε, ενώ το μεγάλο ποσοστό νεαρών ανύπαντρων ανδρών (34% στο σύνολο των αρχηγών νοικοκυριών), υπαινίσσεται εκτός από φυσική αύξηση και μετακινήσεις από τα γύρω ορεινά και πεδινά. Οθωμανοί και χριστιανοί διατηρούν τα ίδια περίπου ποσοστά. Ωστόσο ο εξισλαμισμός των ντόπιων ανακόπτεται, όπως δείχνει το θεαματικά μικρότερο ποσοστό νέων προσήλυτων. Παράλληλα σημειώνονται σημαντικές αλλαγές ως προς τη διάρθρωση του οικισμού και τις ασχολίες των κατοίκων. Οι μουσουλμάνοι κατοικούν πλέον οργανωμένοι σε επτά συνοικίες και στην πόλη λειτουργούν 4 τζαμιά, ένα μεγάλο και τρία μικρότερα ("μετζίτια”). Ο αστικός μετασχηματισμός της Καρδίτσας αποτυπώνεται ξεκάθαρα στη θεαματική αύξηση της εμπορικής δραστηριότητας (οι φόροι της αγοράς αναλογούν στο 70% του συνόλου), η οποία ανθεί σε μια οικονομία που διατηρεί παράλληλα και τον αγροτικό της χαρακτήρα.

Η διαδικασία αστικοποίησης και ανάπτυξης εντείνεται το 17ο αιώνα, παρά την γενικότερη αρνητική συγκυρία. Ως το 1640 dk-karditsas-02ο αριθμός των νοικοκυριών της Καρδίτσας διπλασιάζεται σε σχέση με το 1570. Λίγες δεκαετίες αργότερα, μετατρέπεται σε έδρα ομώνυμης επαρχίας, ναχιγιέ, υπαγόμενης στη Λάρισα (kaza-I Yenisehir), τμήμα της διοικητικής περιφέρειας των Τρικάλων (Tirhala sancagi). Εκτός από εμπόρους και τεχνίτες, συγκέντρωνε πλέον και αρκετούς τιμαριούχους με σημαντική κτηματική περιουσία στα γύρω χωριά. Το 1668, όταν την επισκέφτηκε ο γνωστός Οθωμανός περιηγητής Εβλιγιά Τσελεμπή, η Καρδίτσα ήταν μια πόλη με εννιά μαχαλάδες και ισάριθμα τζαμιά, το μεγαλύτερο χτισμένο μέσα στην αγορά.

Όσο κι αν υπερβάλλει στα μεγέθη που παραθέτει – π.χ. τα 1.000 σπίτια για τα οποία κάνει λόγο, πρέπει να εκληφθούν συμβολικά σύμφωνα με τον M. Kiel-, αναμφίβολα ο οικισμός είχε μετασχηματιστεί σε μια μικρή πόλη με έντονη την παρουσία του χριστιανικού στοιχείου και συγκέντρωνε τη μεγαλύτερη εμπορική δραστηριότητα στη νοτιοδυτική Θεσσαλία.

 Η απουσία της Καρδίτσας από περιηγητικά κείμενα του 18ου αιώνα και ο μη εντοπισμός οθωμανικών διοικητικών πηγών για την περίοδο αυτή δεν μας επιτρέπουν δυστυχώς παρά μονάχα υποθέσεις, βασισμένες σε μεταγενέστερες αναδρομικές πηγές. Ο πληθυσμός πρέπει να είχε μειωθεί αισθητά, με μεγαλύτερη τη συρρίκνωση του χριστιανικού στοιχείου, χωρίς όμως η κωμόπολη να χάσει την οικονομική και πληθυσμιακή υπεροχή στη νοτιοδυτική Θεσσαλία. Στην άποψη αυτή συνηγορεί και ένα μοναδικό επιφανειακό εύρημα: η επιτύμβια στήλη του "Καπλάν πασά του Αργυροκαστρίτη", πεθερού του Αλή πασά των Ιωαννίνων. (1) Η σωρός του αποστάτη πασά του Δελβίνου φαίνεται ότι μεταφέρθηκε κάτω από άγνωστες συνθήκες στην Καρδίτσα και ενταφιάστηκε χωρίς καμία επισημότητα γύρω στα 1774, πιθανότατα σε εγκαταλειμμένο μουσουλμανικό τέμενος, στα βόρεια της πόλης. Η λιτή επιτύμβια στήλη, η οποία θα εκτεθεί σύντομα στο Μουσείο Πόλης του δήμου Καρδίτσας, καθιστά πολύ πιθανή την υπόθεση να πρόκειται damnatio memoriae, προσπάθεια δηλαδή να καταδικαστεί ο νεκρός σε αιώνια λήθη Η επιλογή της Καρδίτσας ως τόπου ταφής ενός πασά, όσο ατιμωτικό κι αν ήταν το τέλος του, είναι ενδεικτική της σημασίας της, ενώ η ύπαρξη ενός εγκαταλειμμένου τεμένους αποτελεί άλλη μία ένδειξη της πληθυσμιακής κάμψης την περίοδο αυτή.

Στις παραμονές της ελληνικής επανάστασης, η Καρδίτσα, "το μεγαλήτερον χωρίον του κάμπου εις την επαρχίαν του [Αγίου] Λαρίσης", με "έως 200 σπήτια χριστιανικά και τούρκικα" και "παζάρι κάθε Τετράδην ημέραν", πληρώνει όλες τις εισφορές της, όπως και η υπόλοιπη Θεσσαλία, στον Αλή πασά των Ιωαννίνων. Οι συχνές εχθροπραξίες ανάμεσα στους Τούρκους και στους ανυπότακτους αρματολούς των Αγράφων είχαν ως αποτέλεσμα η άλλοτε ανθηρή κωμόπολη να παρακμάσει δημογραφικά και οικονομικά, με αποκορύφωμα την πυρπόλησή της από τον Γ. Καραϊσκάκη ως μέσο άσκησης πίεσης για την επικύρωση της στρατιωτικής αυτονομίας των Αγράφων.

dk-karditsas-03Η πολιτική κατάργησης φυλετικών, θρησκευτικών και ταξικών διακρίσεων και η κατοχύρωση της ασφάλειας, της ζωής και της περιουσίας, που προωθεί κάτω από τις διεθνείς πιέσεις η Πύλη από το 1839, ευνοούν τη γρήγορη ανάκαμψη της πόλης, όπως και όλων των αστικών κέντρων της Θεσσαλίας. Ο Δανός περιηγητής J. L. Ussing έκανε, μάλιστα, λόγο το 1846 για "μία μεγάλη πόλη εργατών, πράγμα το οποίο εδώ [ενν. στον κάμπο] αποτελεί εξαίρεση, και σύντομα θα γίνει η τρίτη πόλη της Θεσσαλίας…". Η πρώτη άδεια για ανέγερση ναού στην περιοχή εκδόθηκε το 1842 με ενέργειες του ηπειρωτικής καταγωγής Αναγνώστη Λάππα και αφορούσε τη Ζωοδόχο Πηγή στη γειτονική συνοικία των Καμινάδων, όπου η οικογένειά του είχε εγκατασταθεί από το 1836.   
 Μέσα σε λίγες δεκαετίες πλήθος χριστιανικών κυρίως οικογενειών από διάφορες περιοχές εγκαθίστανται στην πόλη, μεταξύ των οποίων και αρκετές "επίσημοι οικογένειαι νοικοκυραίων χριστιανών του Φαναριού". Στο πνεύμα των μεταρρυθμίσεων εντάσσεται και η εξαγορά οθωμανικών τσιφλικιών και ακινήτων από χριστιανούς, η ανοικοδόμηση νέων οικιών και μαγαζιών, καθώς και η χορήγηση άδειας για τη δημιουργία, λίγο μετά τα μέσα του 19ου αιώνα, της πρώτης αμιγώς χριστιανικής συνοικίας, του Βαρουσίου, από 32 οικογένειες με προέλευση τα Άγραφα, θεσσαλικά και ευρυτανικά, τον Ασπροπόταμο, τη Λαμία και τα γύρω πεδινά χωριά. Η πόλη, "στηρίζουσα τα νώτα επί των Αγράφων" και εκτεινόμενη "επί του απεράντου κάμπου", προσδιορίζεται πλέον ως τόπος εμπορικών συναλλαγών ορεινών και πεδινών, καθώς και από την καίρια θέση της στο πέρασμα του "κερατζήδικου" (2) δρόμου Ιωαννίνων-Βόλου.

Στις παραμονές της προσάρτησης της Θεσσαλίας στο ελληνικό κράτος, η Καρδίτσα, μια πόλη 4.500 κατοίκων, με το χριστιανικό στοιχείο να υπερτερεί ελαφρά, ήταν μοιρασμένη σε τρία τμήματα. Το ανατολικό (σημερινή περιοχή Αγίου Κωνσταντίνου) ήταν αποκλειστικά η περιοχή των χριστιανών τεχνιτών και εμπόρων, “κινούντων δ’ αποκλειστικώς δια των ιδίων κεφαλαίων άπαν το εσωτερικόν και εξωτερικόν εμπόριον”. Το συνεχόμενο νότιο (σημερινός βλαχομαχαλάς), πολύ πιο αραιοκατοικημένο, καταλαμβανόταν από αρκετές καλύβες χριστιανών αγροτών. Το δυτικό ήταν η συνοικία των Οθωμανών, "ευρυτάτη, καθαρά με δρόμους πλατείς και λιθοστρώτους, με οίκους καθαρούς, κηπάρια και λαχανοκήπους". Η τελευταία ήταν προσανατολισμένη στην άλλοτε διοικητική έδρα, το Φανάρι, και είχε ως κέντρο το τζαμί της αγοράς ("Τσαρσί τζαμί"), όπου, εκτός από την υπαίθρια αγορά, βρίσκονταν τα σημαντικότερα δημόσια κτήρια της πόλης, όπως το νοσοκομείο, στη θέση του παλιού γυμνασίου, τα λουτρά κ.ά.. Παρά την ευπρεπή εικόνα που μεταφέρει το παραπάνω παράθεμα, στην πόλη κυριαρχούσαν τα πλίθινα χαμηλά σπίτια, από τα οποία ξεχώριζαν λίγα δίπατα κονάκια Τούρκων μπέηδων. Η Καρδίτσα, έδρα τότε ομώνυμης επαρχίας (καζά), αποτελούνταν από "120 χωρία, μεστά προϊόντων και ελπίδος", όπως ανέφερε χαρακτηριστικά ο Σπ. Παγανέλης, όταν έφτασε μαζί με τον ελληνικό στρατό στην πόλη, στις 18 Αυγούστου 1881. Η λήξη της οθωμανικής κυριαρχίας, διάρκειας 5 σχεδόν αιώνων, σημαδεύτηκε από μια μεγάλη πυρκαγιά, η οποία αποτέφρωσε 120 καταστήματα στο κέντρο. Το τυχαίο γεγονός δεν στάθηκε ικανό να αναστρέψει το κλίμα της διάχυτης ευφορίας. Άλλωστε "δια την Καρδίτσαν, την ευδαίμονα θεσσαλικήν πόλιν, τοιαύτη ζημία έσεται μηδέν. Η εργατικότης των κατοίκων, το επιχειρηματικόν αυτών πνεύμα, και ο πλούτος της χώρας, υπισχνούνται ταχυτάτην την ανακαίνισιν και ανόρθωσιν καταστημάτων και περιουσίας…".

Παρά τις αισιόδοξες προβλέψεις και την ανοικοδόμηση πολλών νέων καταστημάτων, η αστικοποίηση προχωρούσε αργά και η εικόνα της πόλης παρέμενε οικτρή για αρκετά χρόνια, αποτέλεσμα και των αλλεπάλληλων καταστροφών της αγροτικής παραγωγής, από την οποία η οικονομία της πόλης εξαρτιόταν άμεσα. Τα έλη, οι ξεσκέπαστοι αυλακάδες και το αχρηστευμένο δίκτυο ύδρευσης της τουρκοκρατίας απειλούσαν μόνιμα την υγεία των κατοίκων, παρότι το κλίμα θεωρούνταν "εις άκρον υγιεινόν".

 Οι πυρκαγιές των ξύλινων καταστημάτων ήταν συχνές και η εγκληματικότητα αυξημένη. Αδιάβατη και "βορβορόκλειστη",dk-karditsas-04 ακόμη και στα κεντρικότερα σημεία, μετά την πρώτη φθινοπωρινή βροχή – η ιπποδάμεια χάραξη των δρόμων το 1884 δεν σήμαινε και την κατασκευή τους -, θεοσκότεινη τη νύχτα, με χαμόσπιτα από πλιθί και τσατμά (3) στη συντριπτική πλειοψηφία, έτοιμα να καταρρεύσουν από τις συχνές πλημμύρες ή κάποιο μέτριο σεισμό, όπως αυτόν της 15ης Αυγούστου 1886 Παρά τη ραγδαία αύξηση του πληθυσμού, η έδρα της τότε επαρχίας Καρδίτσας εξακολουθούσε να είναι αραιοκατοικημένη, με πολλούς καπνότοπους και χωράφια.

Από τα μέσα της δεκαετίας του 1890 αρχίζουν να χτίζονται οι πρώτες διώροφες πολυτελείς οικίες, όπως των εμπόρων Λαμπράκη Νικολάου από τα Πετρίλια και Νικολάου Μωραϊτίνη από τα Κανάλια, του βουλευτή Αθ. Καζαμπάκα κ.ά.. Ήταν πλέον καιρός, δίπλα στα λιγοστά ταπεινά χάνια, η πόλη να αποκτήσει και το πρώτο της αξιοπρεπές ξενοδοχείο, το "Ωραία Ελλάς", στη δυτική πλευρά της κεντρικής πλατείας.

Στο μεταξύ, στον κάμπο κάνουν την εμφάνισή τους οι επιβλητικές εγκαταστάσεις (κονάκια, αποθήκες) των νέων ιδιοκτητών της θεσσαλικής γης, η οποία όφειλε να εξαγοραστεί για να περάσει σε ελληνικά χέρια, σύμφωνα με τη Βερολίνειο Συνθήκη. Ανάμεσα στους αγοραστές, στην πλειοψηφία τους μέλη της εύρωστης Ελληνικής Διασποράς, ξεχωρίζει με τις επενδύσεις του ο Χρηστάκης Ζωγράφος, ιδιοκτήτης έκτασης 500.000 στρεμμάτων στη δυτική Θεσσαλία. Το αρχοντικό της οικογένειας στη Λαζαρίνα, μια μεγαλοπρεπής έπαυλη με κεντρική θέρμανση και ηλεκτρικό ρεύμα, οι πολυάριθμες οικίες επιστατών (ορισμένες διατηρούνται μέχρι σήμερα), το ορυζοποιείο, το ζαχαροποιείο στο συνοικισμό Ζωγραφία, η μεγαλύτερη βιομηχανική επένδυση στη Θεσσαλία του 19ου αιώνα και μια σειρά τεχνικών έργων που ανιχνεύονται ακόμη και σήμερα στο θεσσαλικό κάμπο (εκχερσώσεις, αποστραγγίσεις, δρόμοι, γέφυρες, εκμηχάνιση, σιδηροδρομική σύνδεση, εξηλεκτρισμός κ.ά.) συνθέτουν την εικόνα μιας σπάνιας προσπάθειας κάθετης αγροτικής εκμετάλλευσης, κάνοντας την ύπαιθρο να δείχνει πιο αστικοποιημένη – αλλά και αντιφατική – από την πόλη. Η συγκρουσιακή συνύπαρξη κολλήγων-τσιφλικάδων, γνωστή ως αγροτικό ζήτημα, θα εκφραστεί άμεσα με αυθόρμητες και οργανωμένες μορφές πάλης (άρνηση υπογραφής κολληγικών συμβολαίων, διαρπαγή σιτηρών από αποθήκες, δίκες και ένοπλα συλλαλητήρια στις αρχές του 20ου αιώνα) και θα απασχολήσει το πανελλήνιο μονοπωλώντας το ενδιαφέρον των πολιτικών και όλων των κοινωνικο-επαγγελματικών ομάδων της Θεσσαλίας μέχρι την οριστική επίλυσή του, στα τέλη της δεκαετίας του 1920.

Από την επομένη της προσάρτησης αρχίζουν να εγκαθίστανται στην πόλη μαζικά Αγραφιώτες και Βλάχοι από τον Ασπροπόταμο και τη Σαμαρίνα. Οι τελευταίοι προσπαθούσαν έτσι να αποφύγουν την καταβολή υψηλών τελωνειακών δασμών κατά τις θερινές μετακινήσεις τους στα χωριά τους, τα οποία παρέμεναν στην οθωμανική επικράτεια. Εγκαταστάθηκαν ομαδικά στη συνοικία "μποσταντζή" (4), η οποία μετονομάστηκε σε "βλαχομαχαλά", και εργάζονταν ως αγωγιάτες, σαγματοποιοί, ράφτες, χρυσοχόοι, οπλοδιορθωτές και ζωέμποροι, ενώ οι γυναίκες τους ήταν ξακουστές υφάντρες. Σαμαριναίοι είναι και οι περισσότεροι μουσικοί και ζωγράφοι, οι οποίοι δραστηριοποιούνται στην πόλη στο εξής. Η παρουσία Ηπειρωτών και Στερεοελλαδιτών θα είναι περιορισμένη αριθμητικά αλλά δυναμική από το 1881. Οι πρώτοι, όπως είδαμε, έχουν αρχίσει να εισρέουν νωρίτερα και ασχολούνται με το εμπόριο εγχώριων προϊόντων, την ενοικίαση δημόσιων φόρων και χρηματοπιστωτικές εργασίες, ενώ μονοπωλούν το αξίωμα του δημάρχου με μικρά διαλείμματα σε όλο το διάστημα από το 1883 ως το 1914. Οι Στερεοελλαδίτες ενισχύουν τις αναιμικές και ανοργάνωτες ακόμη τάξεις των δικηγόρων και των πολιτευτών (Τερτίπης, Αγαθοκλής, Μαλλιόπουλος, Κλάρας κ.ά.) και εισάγουν καινοτομίες δυτικού τύπου, όπως η έκδοση της πρώτης εφημερίδας και η λειτουργία του πρώτου ατμόμυλου. Μέχρι τα τέλη του αιώνα στην πόλη εγκαθίστανται και λίγοι Εβραίοι από την ακμαία εβραϊκή κοινότητα των Τρικάλων, οι οποίοι εξασκούν τα επαγγέλματα του αργυραμοιβού, του γυρολόγου και του σανδαλοποιού. Ο διπλασιασμός σχεδόν του πληθυσμού μέσα σε μία δεκαπενταετία (1881-1896) είχε ως αποτέλεσμα την επέκταση της πόλης και την ανέγερση τριών νέων ναών στις παραμονές του ελληνοτουρκικού πολέμου: του Αγίου Γεωργίου, της Αγίας Παρασκευής και του Αγίου Νικολάου.

dk-karditsas-05Από το 1889 λειτουργεί μετά από πολλές και επίμονες προσπάθειες και το πρώτο γυμνάσιο, στη θέση του τουρκικού νοσοκομείου, στην άλλοτε συνοικία τσαρσί τζαμί, το κτήριο του οποίου σώζεται μέχρι σήμερα. Οι πόροι προήλθαν από τα πενιχρά έσοδα του δήμου και εισφορές ιδιωτών, χάρη στην πάνδημη κινητοποίηση που πέτυχε με τα απανωτά άρθρα της η εφημερίδα "Θεσσαλιώτις" του Παλαμιώτη δημοσιογράφου Απ. Σαμαρόπουλου. Οι μαθητές της πόλης και της υπόλοιπης επαρχίας αναγκάζονταν μέχρι τότε να μετακινούνται καθημερινά κάτω από αντίξοες συνθήκες και με μηδαμινά οικονομικά μέσα στην έδρα του νομού, τα γειτονικά Τρίκαλα.   

Τον ίδιο χρόνο καθιερώνεται και η ετήσια εμποροπανήγυρη του Αγίου Κωνσταντίνου, θεσμός ο οποίος διατηρήθηκε ως τη δεκαετία του '60 και τόνωσε σημαντικά την οικονομία της Καρδίτσας. Εκτός από εγχώρια προϊόντα (δημητριακά, σουσάμι, καπνό, μετάξι, ξυλεία), υφάσματα και διάφορα είδη κατανάλωσης, σημαντικές σε όγκο ήταν και οι αγοραπωλησίες μικρών και μεγάλων ζώων μεταξύ "παλαιάς" Ελλάδας, Θεσσαλίας, Ηπείρου και Μακεδονίας. Η ετερόκλητη πραμάτεια της εμποροπανήγυρης του 1894 περιείχε ακόμη και τα βιβλία του Ζωσιμά Εσφιγμενίτη, προκαλώντας την αντίδραση του νομάρχη Τρικάλων, και τη θαρραλέα απάντηση του Βολιώτη μοναχού: "[…] τι είναι προτιμότερον και πρεπωδέστερον βιβλία να πωλώ, ή τρίχας εκ των γενίων του Χριστού;".

Η πόλη διέθετε την εποχή αυτή 11 μόνιμες αγορές διαφόρων ειδών (αλατοπάζαρο, τυροπάζαρο, καπνοπάζαρο κ.ά.), με πιο εκτεταμένο το γελαδοπάζαρο, πίσω από το Παυσίλυπο. Η εβδομαδιαία αγορά της Τετράδης ήταν το οικονομικό βαρόμετρο της Καρδίτσας μέχρι τον πόλεμο αλλά και ένα σημαντικό έσοδο για το δήμο μέσω του φόρου "ωνίων και εμπορευμάτων", ο οποίος συνήθως υπενοικιαζόταν σε εύπορους ιδιώτες, πιστωτές του δημοσίου, αναβιώνοντας μνήμες του οθωμανικού παρελθόντος. Η αισιοδοξία που γεννούσε η οικονομική εφεδρεία της αγοράς ήταν τέτοια, ώστε ο δήμαρχος Χρήστος Λάππας να πιστέψει το 1888 ότι επιβάλλοντας έκτακτο φόρο 50 λεπτών σε κάθε αγοραπωλησία ζώου και 1 δραχμής στους εμπόρους της εβδομαδιαίας αγοράς, θα ολοκλήρωνε σύντομα την ανέγερση του κολοσσιαίου για την εποχή, μητροπολιτικού ναού των αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης στο Βαρούσι.

Εκτός από το μεγαλύτερο ποσοστό εμπόρων, η πόλη συγκέντρωνε την συντριπτική πλειοψηφία επαγγελματιών, τεχνιτών, εργατών, επιστημόνων και κτηματιών στην επαρχία Καρδίτσας. Οι τελευταίοι ήταν κυρίως Οθωμανοί, οι οποίοι αποχώρησαν οριστικά με τη λήξη της σύντομης τουρκικής κατοχής που ακολούθησε τον ελληνοτουρκικό πόλεμο του 1897. Μέχρι τα τέλη του αιώνα η πόλη θα αποκτήσει και τις πρώτες της ατμοκίνητες μονάδες, δύο μύλους και ένα μηχανουργείο. Ωστόσο ο πληθυσμός παρέμενε αγροτικός κατά το 1/3. Με τη σιδηροδρομική σύνδεση της επαρχίας με το λιμάνι της Θεσσαλίας, το 1885, θα αρχίσουν σταδιακά να εισβάλουν νέα ήθη, όπως η κατανάλωση "βιενναίου ζύθου" και η λειτουργία παντοπωλείων χωρίς "φύρδην μίγδην ποικίλα και ανόμοια είδη προς πώλησιν, αλλ' ομογενή και συναφή". Παρά τις δυσλειτουργίες του (υψηλά κόμιστρα, αραιά δρομολόγια κ.τ.λ.), ο σιδηρόδρομος, εκτός από άρση της οδικής απομόνωσης (η επαρχία δεν διέθετε ακόμη καμία αμαξιτή οδό) και τόνωση της αγροτικής οικονομίας, σήμαινε και "αδιάλειπτον εμπορικήν και κοινωνικήν επιμιξίαν" με το λιμάνι του Βόλου.

Ο 20ος αιώνας άνοιγε με μια σειρά σημαντικών έργων υποδομής, όπως το δίκτυο ύδρευσης – το πρώτο σε θεσσαλική πόλη -, τα λουτρά και η διαμόρφωση του Παυσιλύπου, στα ανατολικά όρια του Βαρουσίου. Εκτός από "ανεπτυγμένον εμπόριον, ακμαίαν κτηνοτροφίαν ίππων, βοών, προβάτων και βουβάλων", η Καρδίτσα διέθετε πλέον "εφορεία, πρωτοδικείον […], ταμείον, ταχυδρομείον, τηλεγραφείον, γυμνάσιον, ελληνικόν σχολείον και 9.446 κατοίκους", ενώ είχε αναβαθμιστεί σε πρωτεύουσα νομού (1899 – 1909).

Ο ηλεκτροφωτισμός και η ανέγερση του μεγάρου της Εθνικής Τράπεζας, το 1910, θα δώσουν νέα πνοή στο όραμα του εκσυγχρονισμού, ενώ "οι χειρόκτια και ράβδον περίκομψον, πολύ διάφορον της ποιμενικής, φέροντες" θα πυκνώσουν, διαμορφώνοντας τα κοινωνικά πρότυπα του δημοσίου χώρου. Στην ευπρεπή εικόνα της πόλης δεν ταίριαζε πλέον το θέαμα των τσιγγάνων που κατασκήνωναν από παλιά κάθε καλοκαίρι σε διάφορες περιοχές, όπως το ζευγαρορολείβαδο, βορειοανατολικά του Παυσιλύπου και ο "Καρατζά μαχαλάς" (5). Το καλοκαίρι του 1910, η τρικαλινή "Αναγέννησις" προέτρεπε την αστυνομία να "απαλλάξη την πόλιν από την αηδίαν", καθώς "οι γύφτοι […] διά των αηδών φράσεών των, των ψωραλέων όνων των και της ημιτελούς περιβολής των" απέτρεπαν τους πολίτες από το να επισκέπτονται το πρόσφατα εγκαινιασμένο γυμναστήριο, στην ανατολική πλευρά του Παυσιλύπου.

  Ως τις παραμονές του πρώτου παγκοσμίου πολέμου, η επιχειρηματική κίνηση αυξάνεται και η τοπική οικονομία dk-karditsas-06αναδιοργανώνεται από το σοβαρό πλήγμα που είχε επιφέρει η παραμονή των τουρκικών στρατευμάτων, το 1897-98. Η αύξηση των δημοσίων υπαλλήλων, των επιστημόνων και των φοιτητών, η μεγαλύτερη εξειδίκευση της αγοράς, όπως δείχνουν τα δεκάδες νέα επαγγέλματα, η εμφάνιση των πρώτων εργαστηρίων ποτοποιίας, χαλβαδοποιίας, πιλοποιίας, ορειχαλκουργίας και κεραμοποιίας και ο περιορισμός του ποσοστού των αγροτών (οι κτηνοτρόφοι και οι βουκόλοι είναι μόλις 3 το 1915) συνθέτουν ένα διαφοροποιημένο, πιο αστικοποιημένο εργασιακό περιβάλλον. Οι γεωργοί κατοικούν στην πλειοψηφία τους στη συνοικία των Καμινάδων, η οποία αποτελούσε και το επίκεντρο των κινητοποιήσεων του Γεωργικού Πεδινού Συνδέσμου Καρδίτσης (1909). 

 Η παρατεταμένη κρίση που μάστιζε τον αγροτικό κόσμο (χαμηλές αποδόσεις, πτώση τιμών λόγω του ανταγωνισμού με το φθηνότερο ρωσικό σιτάρι, υψηλή φορολογία), κορυφώθηκε με το μεγάλο γεωργικό συλλαλητήριο στην κεντρική πλατεία της Καρδίτσας, το Νοέμβριο του 1909, την απόπειρα δολοφονίας του Ελευθέριου Βενιζέλου έξω από τους Σοφάδες κατά την επίσκεψή του στη Θεσσαλία, τις μαζικές κινητοποιήσεις και τη συντριπτική εκλογική νίκη των "αγροτικών" το 1910, λίγους μήνες μετά το κίνημα στο Γουδί. Η επίσημη αναγνώριση από τη Βουλή, ένα χρόνο αργότερα, της αναγκαστικής απαλλοτρίωσης ως μόνιμης δόκιμης λύσης του αγροτικού ζητήματος, αν και δεν είχε άμεση εφαρμογή, δικαίωνε σε θεσμικό και ηθικό επίπεδο τους γεωργούς και επέφερε προσωρινή κάμψη της μαχητικότητάς τους.

Η αλλαγή πολιτικού και κοινωνικού σκηνικού στη δεύτερη δεκαετία του 20ου αιώνα σηματοδοτείται από δύο νέες αναδυόμενες δυνάμεις: η πρώτη είναι οι αστοί δήμαρχοι, αποκλειστικά γιατροί στο επάγγελμα (1914-1941). Η δεύτερη οι καπνεργάτες, οι οποίοι έμελλε να σφραγίσουν με τις διεκδικήσεις τους την κοινωνική, πολιτική και οικονομική ζωή της πόλης στο Μεσοπόλεμο. Η καλλιέργεια του καπνού, διαδεδομένη από την τουρκοκρατία, επεκτεινόταν συνεχώς μέχρι την έκρηξη του πρώτου παγκοσμίου πολέμου, καθώς απολάμβανε φορολογικές ελαφρύνσεις χάρη στην τεράστια σημασία του προϊόντος για εμπορικό ισοζύγιο της χώρας. Οι καπνεργάτες από λίγες δεκάδες το 1882, όταν ακόμη στην πόλη δεν υπήρχαν καπναποθήκες και τα καπνά μεταφέρονταν απευθείας στο Βόλο, έφτασαν τους 500 το 1915, ποσοστό μεγαλύτερο από 85% του εργατικού δυναμικού της πόλης, το οποίο αναλογούσε στο 1/4 περίπου του οικονομικά ενεργού πληθυσμού της. Η κρίση στις εξαγωγές σιτηρών είχε οδηγήσει αρκετούς εύπορους Καρδιτσιώτες, όπως τους Αλλαμανή, Γκούμα, Στάνα, Παλαμιώτη Παππά κ.ά., να επενδύσουν σε καπναποθήκες, επιβλητικά τριώροφα λιθόκτιστα και τουβλόκτιστα κτήρια, από τα οποία δυστυχώς δεν σώζεται πλέον κανένα. Εκτός από τη συγκέντρωση, την εμπορική επεξεργασία του καπνού (διαλογή, κόψιμο) και εν μέρει την παραγωγή χειροποίητων τσιγάρων από -ειδικευμένους- εργάτες και -ανειδίκευτες- εργάτριες, στους χώρους αυτούς πραγματοποιούνταν και έντονες πολιτικές συζητήσεις με αφορμή την άνοδο μιας νέας ιδεολογίας που έδειχνε ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τα προβλήματα της εργατικής τάξης: του κομμουνισμού. Οι καπνεργάτες θα ιδρύσουν το πρώτο εργατικό σωματείο της πόλης (1905) και θα ταυτιστούν στη συλλογική συνείδηση, όχι αδικαιολόγητα, με τους κομμουνιστές: από το 1914 επικεφαλής τους είναι ο Γ. Σιάντος, μετέπειτα γραμματέας του Κ.Κ.Ε. και στέλεχος του Ε.Α.Μ..

Η συγκυρία του καπνού, παρά την αναφαινόμενη κρίση των εξαγωγών κατά τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο, ευνοεί νέες πληθυσμιακές εισροές. Πρόκειται για εγκαταστάσεις ορεινών, κυρίως Βλάχων από το Γαρδίκι Ασπροποτάμου, στην περιοχή βορειοανατολικά του Παυσιλύπου ("Γαρδικάκι") και – σε πιο περιορισμένη κλίμακα – προσφύγων από την Ανατολική Ρωμυλία και τον Πόντο, λόγω της διεθνοπολιτικής κατάστασης. Οι τελευταίοι εγκαθίστανται στη συνοικία των στρατώνων, όπου αμέσως μετά τη λήξη του μικρασιατικού πολέμου και την άφιξη των 300 περίπου προσφύγων, θα δημιουργηθεί ο προσφυγικός συνοικισμός. Η εγκατάσταση του άλλου νομαδικού φύλλου, των Σαρακατσάνων, από τα χωριά των Αγράφων, θα είναι σποραδική πριν τον πόλεμο και θα συνδεθεί με τις αυξανόμενες επισιτιστικές ανάγκες της πόλης. Οι ελληνόφωνοι αυτοί νομάδες εξασκούν κυρίως τα επαγγέλματα του τυροκόμου, του κρεοπώλη και του εστιάτορα.

Παρά τη δημογραφική ενίσχυση, ο πληθυσμός της πόλης στην πρώτη δεκαπενταετία του 20ου αιώνα θα αυξηθεί μέτρια, φαινόμενο, το οποίο αν συσχετιστεί με την υψηλή γεννητικότητα – είναι η υψηλότερη στη Θεσσαλία – υποκρύπτει τις πρώτες πληθυσμιακές διαρροές προς τα αστικά κέντρα της ανατολικής Θεσσαλίας, όπως παρατηρεί ο M. Chivignon. Άλλωστε το μεταναστευτικό ρεύμα προς το εξωτερικό θα είναι ανύπαρκτο μέχρι τον πόλεμο, όπως και στην υπόλοιπη Θεσσαλία.

Η πρώτη μεγάλη πληθυσμιακή αφαίμαξη θα ερχόταν με τη γενναία συστράτευση των Καρδιτσιωτών στην εθνική υπόθεση τη δεκαετία 1912-1922, στις τάξεις του 1ου και αργότερα 1/38 συντάγματος ευζώνων, καθώς και του 5ου πεζικού. Στο μεταξύ, οι τοπικές έριδες φουντώνουν με αφορμή τη διαμάχη Βενιζέλου- βασιλιά και κορύφωση το "ανάθεμα" κατά του Βενιζέλου και την καθαίρεση του φιλοβασιλικού δημάρχου Στεφ. Μπαϊρακτάρη το 1917. Η επιρροή του Καρδιτσιώτη στρατιωτικού Ν. Πλαστήρα θα είναι καταλυτική τα επόμενα χρόνια. O μαύρος δαίμων του 5/42 "σειτάν ασκέρ", όπως είχε γράψει ο Κεμάλ, επέστρεψε πανίσχυρος από το μικρασιατικό μέτωπο, έχοντας σώσει εκατοντάδες ζωές προσφύγων, για να επιβάλλει με επανάσταση την εθνική κάθαρση και τον κατευνασμό των πολιτικών παθών.

dk-karditsas-07Η επαναστατική κυβέρνηση έχει επιπλέον να αντιμετωπίσει τα σοβαρά οικονομικά και κοινωνικά προβλήματα, τα οποία είχαν ήδη εκδηλωθεί κατά τη διάρκεια των πολέμων, με κυριότερο την "ακρίβεια του βίου". Η δεκαετία του '20 άρχιζε με υπερβολικές αυξήσεις στην τιμή του ψωμιού και του ηλεκτρικού ρεύματος, μαζικές απολύσεις καπνεργατών και μείωση των ημε-ρομισθίων τους λόγω της μείωσης των εξαγωγών καπνού. Η δράση των καπνεργατών γίνεται όλο και ριζοσπαστικότερη, με βανδαλισμούς καπναποθηκών και απεργίες διαρκείας, οι οποίες οδηγούν σε ποινικές διώξεις και φυλακίσεις.   

 Η κοινωνική κρίση και η πόλωση ανάμεσα σε εργάτες, επαγγελματίες και αγρότες θα κορυφωθούν το 1927, ένα χρόνο πριν την άνοδο του Ελευθερίου Βενιζέλου στην εξουσία, ευνοημένες από την παρατεταμένη πολιτική αστάθεια και την οικονομική επιδείνωση: κακοπληρωμένα και δυσεύρετα μεροκάματα για τους απελπισμένους καπνεργάτες, οι οποίοι επιβιώνουν οριακά με εράνους της εκκλησίας και πενιχρά επιδόματα, φτωχές σοδειές, μικροί κλήροι και δυσβάστακτοι φόροι των αγροτών, "ζώντων εις την λάσπην χάριν της πόλεως", υψηλά ενοίκια και άνιση φορολογία για τους επαγγελματίες.

Από το 1928 η έξοδος των Καρδιτσιωτών προς τη Λάρισα, το Βόλο και την Αθήνα θα είναι αθρόα, όπως αποκαλύπτει το υψηλό ποσοστό κατοίκων που έχουν γεννηθεί στην Καρδίτσα (61,9%) σε σχέση με τα αστικά κέντρα της ανατολικής Θεσσαλίας, καθώς και η υποτονική δημογραφική αύξηση μέχρι τον πόλεμο. Μέσα σε μια δεκαετία "υπερχίλιοι καπνεργάται εντόπιοι έχουν εκπατρισθή κατά μέγα μέρος και αναγκάζονται σήμερον να διαμένουν μακράν των οικογενειών δια να εργάζωνται εις καπνεμπορικά κέντρα", όπως σημείωνε η Θεσσαλική Φωνή το Φεβρουάριο του 1937. Η διεθνής οικονομική κρίση του 1929 συμπαρασύρει και την τοπική οικονομία με την χρεοκοπία της τράπεζας Τσαγανόπουλου, με αποτέλεσμα μεγάλα έργα, όπως η ανέγερση του ναού της Ευαγγελίστριας, του δικαστικού μεγάρου και του νοσοκομείου, στη θέση του σημερινού αρχαιολογικού μουσείου, να καρκινοβατούν, παρά τις επίμονες προσπάθειες του δραστήριου μητροπολίτη Ιεζεκιήλ. Η αντικατάσταση των υπαίθριων αυλακάδων με υπόγειο δίκτυο ομβρίων είχε χαρακτηριστεί ως "το προέχον ζήτημα διά την Καρδίτσα" από τις αρχές της δεκαετίας του '20, λόγω των συχνών πλημμυρών. Ωστόσο, κανένα έργο αποχέτευσης δεν είχε κατασκευαστεί ως τα τέλη της δεκαετίας. Ήταν επόμενο, η δημοτική αγορά, "στοιχίσασα περί τα 10 εκατομμύρια δραχμάς" το 1930, να επικριθεί ως έργον "δυσανάλογον προς τον πληθυσμόν και προς την οικονομικήν αντοχήν της πόλεως".

Μέσα στην επόμενη δεκαετία οι προσπάθειες εκσυγχρονισμού θα είναι πιο αποτελεσματικές, με έργα όπως ο κεντρικός υπόνομος, ο αντισεισμικός υδατόπυργος στα νότια της πόλης, δρόμοι και δίκτυο ύδρευσης στις απομακρυσμένες συνοικίες. Η επέκταση του σχεδίου πόλης από το δήμο, την προηγούμενη δεκαετία, δεν ακολουθήθηκε από τα απαραίτητα έργα υποδομής, με αποτέλεσμα η ιδιωτική πρωτοβουλία να τον ξεπεράσει σε δυναμισμό. Αρκετά από τα πολυάριθμα πετρόκτιστα και τουβλόκτιστα σπίτια που κτίζονται τη δεκαετία αυτή διατηρούνται μέχρι σήμερα, αναδεικνύοντας τη συμβολή των Ηπειρωτών και ντόπιων μαστόρων στην ιδιαίτερη αισθητική της πόλης. Η αντοχή τους δοκιμάστηκε σκληρά – αλλά επιτυχώς – δύο φορές μέσα στις επόμενες δεκαετίες: στη μεγάλη πλημμύρα του 1940, η οποία προκάλεσε την κατάρρευση 250 περίπου πλινθόκτιστων σπιτιών και στο σεισμό του 1954, οπότε αχρηστεύτηκαν 1.200 περίπου ακόμα και υπέστησαν σοβαρές ζημιές μεγάλα δημόσια κτήρια, όπως ο μητροπολιτικός ναός και το ξενοδοχείο "Άρνη".

Στην Κατοχή η πόλη θα ζήσει ορισμένες από τις τραγικότερες αλλά και πιο συγκλονιστικές στιγμές της σύγχρονης ιστορίας της: τον γερμανικό βομβαρδισμό το Πάσχα του '41, όταν στην πόλη διανυκτέρευσε ο Σέρβος βασιλιάς Καραγεόργεβιτς, τις ομαδικές εκτελέσεις και τους απαγχονισμούς πατριωτών αλλά και την επιτυχημένη γενική απεργία που κήρυξε τον Απρίλιο του '42 η "Παλλαϊκή" Επιτροπή με αίτημα τη διανομή σουσαμιού, την προσωρινή αναγκαστική αποχώρηση των κατοχικών στρατευμάτων με αποτέλεσμα την ελεύθερη κυκλοφορία εφημερίδων, εμπορευμάτων και ιδεών από το Μάρτιο ως τον Σεπτέμβριο του 1943, χάρη στη δράση των δυνάμεων του Ε.Α.Μ., και τη μάχη της σοδειάς το καλοκαίρι του '44.

Στον Εμφύλιο η Καρδίτσα βρέθηκε στο επίκεντρο των γεγονότων, καθώς αρκετοί από τους πρωταγωνιστές κατάγονταν από την πόλη ή τα γύρω χωριά. Το Δεκέμβριο του '48 η πόλη καταλήφθηκε για τρεις μέρες από τους αντάρτες, επιχείρηση την οποία ο πρωτεργάτης της, Κ. Καραγιώργης, χαρακτήριζε ως "τη μεγαλύτερη από κάθε πλευρά πολεμική ενέργεια που έκανε ο Δημοκρατικός Στρατός στην Νότια Ελλάδα".

Από το 1944 η Καρδίτσα είναι πλέον μόνιμα έδρα νομού. Η πληθυσμιακή της εκτίναξη στις δεκαετίες του '40 και του '50 θα είναι αποτέλεσμα συγκυριών, όπως η προσωρινή μαζική αναγκαστική εγκατάσταση ορεινών πληθυσμών κατά τον Εμφύλιο και τα έργα της τεχνητής λίμνης "Ν. Πλαστήρα". Η παραγωγή φθηνής ηλεκτρικής ενέργειας θεωρήθηκε τότε ότι θα άλλαζε τον αγροτικό χαρακτήρα της περιοχής συμβάλλοντας στην εκπλήρωση του πολυπόθητου οράματος της εκβιομηχάνισης. Οι προβλέψεις δεν επαληθεύτηκαν και η δημογραφική και οικονομική ανάπτυξη της πόλης θα σταθεροποιούνταν σε χαμηλά επίπεδα στις επόμενες δεκαετίες.


(1). Η στήλη δωρίθηκε στο Μουσείο Πόλης από τον κ. Β. Λάππα, τον οποίο ευχαριστούμε για άλλη μια φορά. Το κείμενό της διάβασε ο γραμματέας της Μουφτείας Κομοτηνής, κ. Μουσταφά Ιμάμογλου. Τον ευχαριστούμε και δημόσια για την πολύτιμη βοήθειά του.
(2). Κερατζής = αγωγιάτης
(3). Τοίχος από ξύλα, επιχρισμένα με λάσπη
(4). Μποσταντζή = κηπουρός. Στην τουρκοκρατία ήταν μία από τις αραιοκατοικημένες περιφερειακές συνοικίες της πόλης, όπως υπαινίσσεται και η ονομασία της.
(5). Πρόκειται για τη συνοικία της Αγίας Παρασκευής, της οποίας η οθωμανική ονομασία επιβίωσε για δεκαετίες μετά την προσάρτηση στη δημοσιογραφική και λογοτεχνική γλώσσα.  


Πολιτιστικές εκδηλώσεις

Εορταστικές εκδηλώσεις Χριστουγέννων – Πρωτοχρονιάς, Χριστούγεννα – Πρωτοχρονιά
Εορταστικές εκδηλώσεις Απόκρεων, Απόκριες
«Πανελλήνιο Φεστιβάλ Ερασιτεχνικού Θεάτρου». Συμμετέχουν 8 επιλεγμένα ερασιτεχνικά θεατρικά σχήματα απ’ όλη την Ελλάδα, εκ των οποίων το ένα εκτός συναγωνισμού. Πραγματοποιείται το 2ο ή 3ο δεκαήμερο του Μαρτίου στην Καρδίτσα και διαρκεί μια εβδομάδα.
«Μενελαΐδια»: διεθνές πολιτιστικό φεστιβάλ, με κύριο θέμα το αφιέρωμα στους απόδημους Καρδιτσιώτες. Συμμετέχουν χορευτικά συγκροτήματα από την Ελλάδα και όλο τον κόσμο. Πραγματοποιείται στα τέλη Απριλίου – αρχές Μαΐου στην Καρδίτσα.
«Μέρες Παράδοσης»: πολιτιστική εκδήλωση που στοχεύει στη συγκέντρωση, διαφύλαξη, αξιοποίηση και προβολή του ιστορικού & λαογραφικού υλικού και των δημοτικών τραγουδιών. Περιλαμβάνει μουσικοχορευτικές εκδηλώσεις από όλα τα μέρη της Ελλάδας. Πραγματοποιείται το 1ο δεκαήμερο του Απριλίου ή Μάϊο στην Καρδίτσα.
«Πανελλήνιο Φεστιβάλ Εκκλησιαστικής Μουσικής». Συμμετέχουν χορωδίες βυζαντινής μουσικής και παραδοσιακής ψαλτικής τέχνης από διάφορες πόλεις της Ελλάδας. Πραγματοποιείται στα μέσα Απριλίου, στην Καρδίτσα.
Διεθνής Πολιτιστική Συνάντηση Παιδιών, αρχές Μαΐου.
Πανελλήνιος διαγωνισμός παιδικού τραγουδιού, κάθε 2 χρόνια, Κυριακή των Μυροφόρων
«Διεθνές Φεστιβάλ Πολιτισμού ‘’Καραϊσκάκεια’’». Μία από τις σημαντικότερες και ευρείας απήχησης πολιτιστικές εκδηλώσεις, η οποία περιλαμβάνει χορευτικά συγκροτήματα από το νόμο, από διάφορες περιοχές της Ελλάδας αλλά και όλο τον κόσμο, λαϊκές συναυλίες, θεατρικές παραστάσεις, εκθέσεις ζωγραφικής, σκοπευτικούς αγώνες, αγώνες σκακιού, τον «Καραϊσκάκειο Δρόμο» (από Μαυρομμάτι έως Καρδίτσα) κ.α. Διαρκεί μια εβδομάδα και πραγματοποιείται στα τέλη Ιουνίου στην Καρδίτσα.
Πολιτιστικό Καλοκαίρι, Ιούνιο – Αύγουστο
Διεθνές Παιδικό Φεστιβάλ Παραδοσιακών Χορών, Αύγουστος
Μουσικό Φεστιβάλ Παυσιλύπου, τέλη Αυγούστου
«Πανελλήνια Οικολογική Γιορτή». Πραγματοποιείται το Σεπτέμβριο στην Καρδίτσα και έχει ως στόχο την προβολή και προώθηση προϊόντων βιολογικής καλλιέργειας.
«Η πόλη στα παιδιά», Σεπτέμβριος
Διεθνές Χορωδιακό Φεστιβάλ, τέλη Οκτωβρίου


Πηγές:
1. ΟΔΟΙΠΟΡΙΚΟ ΣΤΑ ΜΝΗΜΕΙΑ ΤΟΥ ΝΟΜΟΥ ΚΑΡΔΙΤΣΑΣ, Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Καρδίτσας, Καρδίτσα 2007
2. Όψεις της Ιστορίας και της Τοπικής Αυτοδιοίκησης του Νομού Καρδίτσας, Τοπική Ένωση Δήμων και Κοινοτήτων Νομού Καρδίτσας
3. Τουριστικός Οδηγός νομού Καρδίτσας, Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Καρδίτσας, Καρδίτσα 2010